Κανονισμός Λειτουργίας Διοικητικού Συμβουλίου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, όπως αναγράφονται στο άρθρο 17 του καταστατικού του είναι η διοίκηση του σωματείου, η διαχείριση της περιουσίας του, η είσπραξη των εισφορών, η καταβολή των παροχών και γενικά η πραγμάτωση των σκοπών του. Χαράσσει και εφαρμόζει το πρόγραμμα δράσης του σωματείου. Ασκεί κάθε εξουσία διοικητική και πειθαρχική.

Το Διοικητικό Συμβούλιο:

  1. Έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να φροντίζει για την πιστή τήρηση του καταστατικού και την εφαρμογή των αποφάσεων των Οργάνων του, να φροντίζει για την ίση εξυπηρέτηση όλων των μελών για τα Θέματα που τα αφορούν και έχουν σχέση με τους σκοπούς του σωματείου.
  2. Θα πρέπει να αξιοποιεί τον χρόνο και τις γνώσεις όλων των συμβούλων, καθώς και των υπολοίπων μελών του σωματείου, ώστε να καταστεί δυνατή η ενεργός συμμετοχή όλων για την πραγμάτωση των στόχων του σωματείου.
  3. Θα πρέπει να είναι προσιτό στα μέλη του σωματείου και να δέχεται τις προτάσεις και την κριτική τους.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

ΑΡΘΡΟ 1: ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Λ.Ε.Α.Δ.Η. είναι επταμελές και συγκροτείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 17 του καταστατικού.

ΑΡΘΡΟ 2: ΘΗΤΕΙΑ

Η θητεία του Δ.Σ. είναι τριετής και αρχίζει την 16η Μαρτίου του έτους διενέργειας των αρχαιρεσιών και λήγει την 15η Μαρτίου του τρίτου έτους. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι επανεκλέξιμα.

ΑΡΘΡΟ 3: ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙΣ - ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗ

  1. Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αποβάλει αυτοδίκαια την ιδιότητα του μέλους εφόσον :
    α) Απωλέσει για οποιοδήποτε λόγο την ιδιότητα του δικηγόρου.
    β) Εκλεγεί βουλευτής.
    γ) Εκλεγεί Δήμαρχος σε δημοτικές εκλογές.
    δ) Του επιβληθεί τελεσίδικα από τον Δικηγορικό Σύλλογο Ηρακλείου η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης.
  2. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, μέλος του μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος εφόσον :
    α) Αποδεχθεί θέση ή αξίωμα που συνεπάγεται ολική αναστολή του λειτουργήματος του δικηγόρου σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 62 του Κώδικα Δικηγόρων. Στην περίπτωση που δεν κηρυχθεί έκπτωτος θεωρείται ότι τελεί σε αναστολή της ιδιότητάς του ως συμβούλου για όσο χρόνο τελεί σε αναστολή της δικηγορικής του ιδιότητας.
    β) Απουσιάζει αδικαιολόγητα επί τρεις (3) συνεχείς συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου. Το μέλος που θα αντικατασταθεί για το λόγο αυτό μπορεί να προσφύγει στη Γενική Συνέλευση, η οποία αποφασίζει οριστικά.
  3. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιούνται να παραιτηθούν. Η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως στο Δ.Σ., το οποίο αποφασίζει για το αν γίνει δεκτή ή όχι.
  4. Οι Θέσεις των συμβούλων που κενώνονται για τον οποιοδήποτε λόγο, συμπληρώνονται από τους αναπληρωματικούς και κατά τη σειρά της επιτυχίας τους.
  5. Εάν το μέλος που εκπίπτει ή παραιτείται κατέχει Θέση Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γενικού Γραμματέα ή Ταμία, γίνεται νέα εκλογή για τη θέση αυτή. Η ψηφοφορία γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 του καταστατικού.

 

ΑΡΘΡΟ 4: ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι άμισθα. Κατ' εξαίρεση στα μέλη καταβάλλονται οδοιπορικά έξοδα και έξοδα διαμονής με τα αντίστοιχα παραστατικά και εφάπαξ ποσό ημερήσιας αποζημίωσης που θα καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.

ΑΡΘΡΟ 5: ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΣΕ ΣΩΜΑ - ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗ - ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Ο τρόπος συγκρότησης του Διοικητικού Συμβουλίου σε σώμα, η αναπλήρωση των μελών και οι αρμοδιότητες αυτών ορίζονται στα άρθρα 17 έως και 21 του καταστατικού.

ΑΡΘΡΟ 6: ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

  1. Το διοικητικό συμβούλιο συνέρχεται τακτικά μία φορά το μήνα και ειδικότερα την πρώτη Πέμπτη, πλην Αυγούστου ύστερα από έγγραφη πρόσκληση του Προέδρου ή, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος αυτού, του Αντιπροέδρου, στην οποία αναγράφονται τα θέματα της ημερησίας διάταξης και η οποία επιδίδεται στους συμβούλους 24 τουλάχιστον ώρες πριν την προγραμματισμένη συνεδρίαση. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις η πρόσκληση μπορεί να επιδοθεί την ίδια μέρα της συνεδρίασης. Μέσα στην ίδια προθεσμία η ημερήσια διάταξη πρέπει να αναρτάται σε 2 τουλάχιστον εμφανή σημεία των Γραφείων του Δικηγορικού Συλλόγου. Στην πρόσκληση αναγράφεται επίσης ο τόπος και χρόνος σύγκλησης εκ νέου του Συμβουλίου σε περίπτωση μη απαρτίας.
  2. Ο πρόεδρος συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά στην Ημερήσια διάταξη : α) τις έγγραφες εισηγήσεις των μελών του Δ.Σ. που έχουν κατατεθεί τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν την πραγματοποίηση της συνεδρίασης, β) θέματα που υποβάλλονται από δύο (2) τουλάχιστον συμβούλους με κοινό έγγραφό τους, εφόσον το έγγραφο αυτό κατατεθεί 3 ημέρες πριν την προ-γραμματισμένη συζήτηση.
  3. Οι προτείνοντες ή εισηγητές των παραπάνω περιπτώσεων οφείλουν τουλάχιστον μέχρι και την ημέρα επίδοσης της ημερήσιας διάταξης στους συμβούλους να καταθέσουν στην Γραμματεία τα σχετικά έγγραφα και εισηγήσεις προκειμένου να διανεμηθούν και αυτά. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις η διανομή των εγγράφων μπορεί να γίνει μέχρι και το μεσημέρι της ημέρας της προγραμματισμένης συνεδρίασης.
  4. Το διοικητικό συμβούλιο συνέρχεται έκτακτα οσάκις το ζητήσουν δύο (2) μέλη του, με έγγραφη αίτηση προς τον Πρόεδρο στην οποία πρέπει να ορίζεται ο σκοπός της συνεδρίασης καθώς και όλα τα Θέματα της ημερήσιας διάταξης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο Πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να συγκαλέσει το συμβούλιο και με τον τρόπο που καθορίζεται παραπάνω μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Σε περίπτωση άρνησης του Προέδρου να συγκαλέσει το Δ.Σ. μέσα στην παραπάνω προθεσμία ή εκπρόθεσμης σύγκλησής του, επιτρέπεται στα μέλη που ζήτησαν την σύγκληση να συγκαλέσουν το Δ.Σ. μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών από τη λήξη του πενθημέρου.
  5. Οι συνεδριάσεις του Διοικητικού συμβουλίου είναι δημόσιες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι συνεδριάσεις γίνονται χωρίς δημοσιότητα μετά από πρόταση των 2/3 των μελών και σχετική απόφαση που λαμβάνεται με την ίδια πλειοψηφία.
  6. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να ορίζει μεταξύ των μελών του μόνιμους εισηγητές για τα διάφορα θέματα. Οι εισηγητές θα ενημερώνονται απευθείας από την γραμματεία για την ύπαρξη τέτοιων θεμάτων και θα φέρνουν την σχετική εισήγηση μέσα στις επόμενες δύο συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου το οποίο και θα αποφασίζει σχετικά.

 

ΑΡΘΡΟ 7

Το διοικητικό συμβούλιο συνεδριάζει νόμιμα όταν παρίστανται σ’ αυτό το 50% πλέον ενός των μελών του. Στην περίπτωση μη επίτευξης της παραπάνω απαρτίας λύεται η συνεδρίαση, η δε επαναληπτική ορίζεται το αργότερο μέχρι την ίδια ημέρα της επόμενης εβδομάδας στον ίδιο τόπο και χρόνο και με τα ίδια θέματα ημερήσιας διάταξης.

ΑΡΘΡΟ 8: ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ

  1. Σε κάθε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου τακτική ή έκτακτη ο πρόεδρος αφού διαπιστώσει την ύπαρξη νόμιμης απαρτίας σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο κηρύσσει την έναρξη της συνεδρίασης. Στην συνέχεια ο Γενικός Γραμματέας αναγιγνώσκει επιγραμματικά τα επί μέρους θέματα της ημερήσιας διάταξης και ανοίγεται για κάθε θέμα κατάλογος ομιλητών.
  2. Κανένας από τους συμβούλους δεν μπορεί να αγορεύσει πριν ζητήσει από τον πρόεδρο την άδεια για αυτό σύμφωνα με τη σειρά της εγγραφής του. Ο λόγος είναι ελεύθερος. Μπορεί όμως ο πρόεδρος να διακόπτει αυτόν που αγορεύει και να αφαιρεί το λόγο με απόφαση του σώματος που λαμβάνεται από τα 2/3 των παρόντων συμβούλων.
  3. Κανείς δεν μπορεί να ομιλήσει για θέμα εκτός ημερησίας διατάξεως εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό. Ο λόγος δίνεται καταρχήν στον εισηγητή του θέματος. Εάν δεν υπάρχει εισηγητής το κάθε θέμα εισηγείται ο πρόεδρος. Στη συνέχεια δε ο λόγος δίνεται κατά τη σειρά εγγραφής στον κατάλογο.
  4. Εάν ο εγγραφείς να ομιλήσει πάνω σε κάποιο θέμα κληθεί από τον πρόεδρο κατά τη σειρά της εγγραφής του και απουσιάζει δεν μπορεί να ομιλήσει για το ίδιο θέμα κατά την ίδια συνεδρίαση εκτός εάν ζήτησε από τον πρόεδρο πριν τη συζήτηση να μεταβληθεί η σειρά της ομιλίας του. Κατ' εξαίρεση μπορεί να ζητήσει να γραφτεί στον κατάλογο των δευτερολογούντων.
  5. Οι ομιλούντες απευθύνονται πάντοτε στο σώμα και όχι σε άλλο σύμβουλο.
  6. Δεν επιτρέπονται οι διαλογικές συζητήσεις. Διακοπές επιτρέπονται μόνο με άδεια του ομιλούντος και συγκατάθεση του προέδρου.
  7. Κάθε σύμβουλος ομιλεί μόνο πάνω στο συζητούμενο θέμα τυχόν δε επέκταση και σε άλλα θέματα δεν είναι ποτέ επιτρεπτή. Διαφορετικά,μετά από την προηγούμενη προειδοποίηση, ο πρόεδρος του αφαιρεί τον λόγο.
  8. Εάν σύμβουλος πάρει το λόγο χωρίς άδεια του προέδρου ή εξακολουθεί να ομιλεί αν και του αφαιρέθηκε ο λόγος, τα όσα λέγει με εντολή του προέδρου δεν αναγράφονται στα πρακτικά. Εάν εξακολουθεί και μετά από αυτό να ομιλεί, το διοικητικό συμβούλιο με πρόταση οποιουδήποτε συμβούλου και απόφαση που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και με ανάταση μπορεί να του απαγορεύσει την περαιτέρω συμμετοχή στη συζήτηση επί του θέματος. Για την απόφαση αυτή του διοικητικού συμβουλίου δεν προηγείται καμία συζήτηση.
  9. Αν κάποιο μέλος διαφωνεί με την ακολουθημένη διαδικασία και προτείνει άλλη, γίνεται αμέσως συζήτηση για αυτήν και ακολουθεί η σχετική ψηφοφορία οπότε αν η διαδικαστική πρόταση ψηφιστεί το σώμα.
  10. Η συζήτηση δεν τελειώνει πριν αγορεύσουν όλοι οι σύμβουλοι που έχουν γραφτεί στην κατάσταση των ομιλητών, εφόσον δεν παραιτήθηκαν από το δικαίωμα τους αυτό, οπότε ο πρόεδρος κηρύσσει την συζήτηση τελειωμένη.

 

ΑΡΘΡΟ 9: ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΓΟΡΕΥΣΕΩΝ

  1. Κάθε σύμβουλος συμπεριλαμβανομένου του προέδρου μπορεί να αγορεύσει μόνο δύο φορές για το ίδιο θέμα.
  2. Η διάρκεια της ομιλίας εισηγητού θέματος ή προτάσεως δεν μπορεί να υπερβεί τα 10 λεπτά της ώρας για την πρωτολογία του και 5 λεπτά για την δευτερολογία του. Στην περίπτωση υποβολής προτάσεως που υπογράφεται από πολλούς συμβούλους η ομιλία του καθενός από τους υπογράφοντες δεν μπορεί να υπερβεί τα 5 λεπτά για την πρωτολογία και τα 3 για την δευτερολογία.
  3. Σε κάθε άλλη περίπτωση εκτός από την παραπάνω η διάρκεια ομιλίας των συμβούλων δεν μπορεί να υπερβεί τα 5 λεπτά της ώρας τόσο για τις πρωτολογίες όσο και για τις δευτερολογίες.
  4. Στα παραπάνω χρονικά όρια διάρκειας του λόγου περιλαμβάνονται και οι διακοπές που έγιναν κατά τη διάρκεια της ομιλίας με την συναίνεση του ομιλούντος.

 

ΑΡΘΡΟ 10: ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

  1. Προτάσεις, τροπολογίες ή προσθήκες σχετιζόμενες με το υπό συζήτηση θέμα γίνονται δεκτές προς συζήτηση εφόσον υποβληθούν μέχρι το πέρας της συζήτησης.
  2. Αν υπάρχουν για το ίδιο αντικείμενο περισσότερες τροπολογίες ή προσθήκες που μπορούν να συντεθούν, ο πρόεδρος ρωτά τους προτείνοντες αν συγκατατίθενται στην σύνθεση αυτών σε μία ή περισσότερες. Αν γίνει δεκτή η σύνθεση ο Γραμματέας συντάσσει και διαβάζει το νέο κείμενο επί του οποίου διεξάγεται συζήτηση και το οποίο τίθεται σε ψηφοφορία από τον πρόεδρο.
  3. Ο πρόεδρος προτείνει τη σειρά υποβολής σε ψηφοφορία των τροπολογιών και προσθηκών επί προτάσεως, σε περίπτωση δε αντιρρήσεων υποβαλλόμενων από το 1/3 του όλου αριθμού των συμβούλων αποφασίζει το σώμα με ανάταση και χωρίς συζήτηση για τη σειρά με την οποία θα ψηφιστούν οι τροπολογίες.
  4. Μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας επί των τροπολογιών και προσθηκών τίθεται σε ψηφοφορία η πρόταση ή οι προτάσεις που έχουν υποβληθεί. Προηγείται η ψηφοφορία επί της προτάσεως του εισηγητού σε περίπτωση δε αποδοχής της δεν τίθενται σε ψηφοφορία οι άλλες προτάσεις επί του αυτού θέματος.
  5. Στην περίπτωση κατά την οποία η πρόταση του εισηγητού δεν συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία σύμφωνα με το οριζόμενα στο άρθρο 16 του παρόντος, εισάγονται σε ψηφοφορία οι άλλες υποβληθείσες προτάσεις επί του ίδιου θέματος κατά τον τρόπο που ορίζεται στην παρ. 3 του παρόντος, γίνεται δε πάντοτε δεκτή η πρόταση που συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων.
  6. Στην περίπτωση που καμία πρόταση δεν πάρει την ανωτέρω πλειοψηφία ο πρόεδρος ερωτά τους προτείνοντες εάν συγκατατίθενται στην σύνθεση των προτάσεων σε μία ή περισσότερες. Εάν γίνει δεκτή η σύνθεση τίθεται σε ψηφοφορία το νέο ή τα νέα κείμενα και γίνεται δεκτό αυτό που θα αποσπάσει την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων
  7. Σε περίπτωση μη αποδοχής της συνθέσεως ή μη επίτευξης της απαραίτητης πλειοψηφίας το Θέμα που αφορούν οι προτάσεις που αποκρούστηκαν εισάγεται προς νέα συζήτηση στην επόμενη συνεδρίαση.

 

ΑΡΘΡΟ 11: ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΑ

Θέμα εκτός ημερησίας διατάξεως δεν μπορεί να συζητηθεί, εκτός εάν κριθεί αυτό ως κατεπείγον με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων.
Η εισαγωγή θεμάτων προς συζήτηση ως κατεπειγόντων πρέπει να γίνεται στην αρχή κάθε συνεδρίασης και πριν την έναρξη της συζήτησης επί των θεμάτων της ημερησίας διάταξης.
Κατεπείγοντα Θέματα μπορούν να εισαχθούν προς συζήτηση σε κάθε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου τακτική ή έκτακτη, αρχική ή επαναληπτική.

ΑΡΘΡΟ 12: ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Πρόταση για αναβολή της συζήτησης κάποιου θέματος ή για μεταβολή της σειράς συζήτησης των θεμάτων της ημερησίας διάταξης υποβάλλεται προφορικά προς τον πρόεδρο από το 1/4 των παρόντων συμβούλων.

Κατηγορία για μη τήρηση της σειράς της ημερήσιας διάταξης ή παραβίασης του κανονισμού υποβάλλεται προς τον πρόεδρο προφορικά από το 1/4 τουλάχιστον των παρόντων συμβούλων.

Το συμβούλιο αποφασίζει διά ανατάσεως πρώτα για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα και στην συνέχεια για το προς συζήτηση θέμα.

Η συζήτηση επί του παρεμπίπτοντος δεν μπορεί να υπερβεί το ένα λεπτό της ώρας για κάθε ομιλητή.

ΑΡΘΡΟ 13: ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

  1. Θεωρείται προσωπικό ζήτημα κάθε μομφή κατά του προέδρου και των συμβούλων και κάθε απόδοση γνώμης διαφορετικής από αυτήν που ειπώθηκε.
  2. Ο λόγος για προσωπικό θέμα δίνεται στην περίπτωση μομφής αμέσως μετά το πέρας της ομιλίας του συμβούλου που το έθεσε, σε κάθε άλλη δε περίπτωση μετά το πέρας της συζήτησης επί του αυτού θέματος, οπωσδήποτε όμως κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης στην οποία προέκυψε το θέμα.
  3. Όποιος θέλει να ομιλήσει επί προσωπικού θέματος ζητά την άδεια του προέδρου και εξηγεί σε τι συνίσταται το προσωπικό ζήτημα.
  4. Η ομιλία στην παραπάνω περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τα 3 λεπτά. Το ίδιο χρονικό διάστημα δίνεται και στον καθ' ου η μομφή ή αναφορά για να απαντήσει.
  5. Ο πρόεδρος αποφαίνεται περί της υπάρξεως ή μη προσωπικού ζητήματος στην περίπτωση δε που ο σύμβουλος επιμένει στην άποψή του αποφασίζει το σώμα με ανάταση και χωρίς συζήτηση.
  6. Σε περίπτωση που το προσωπικό ζήτημα αφορά τον πρόεδρο ή τον προεδρεύοντα, αυτός παραχωρεί τη Θέση του ως προέδρου στον αναπληρωτή του και δεν την αναλαμβάνει πριν λήξει η συζήτηση επί του θέματος αυτού.

 

ΑΡΘΡΟ 14: ΕΙΔΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ

Κατά την διάρκεια των συνεδριάσεων οι σύμβουλοι υποχρεούνται να τηρούν τις διατάξεις του κανονισμού να αποφεύγουν εκφράσεις προσβλητικές και να μην χρησιμοποιούν ανάρμοστο ύφος απέναντι στους συναδέλφους τους.

Δεν επιτρέπεται συμπεριφορά συμβούλου ανάρμοστη προς τη σοβαρότητα του έργου του ή από πρόθεση παρεμπόδιση της διεξαγωγής των συνεδριάσεων ή η διατάραξη των συνεδριάσεων με διέγερση θορύβου ή η με οποιονδήποτε τρόπο διακοπή των ομιλητών χωρίς προηγούμενη άδεια.

Σύμβουλος που κρίνει ότι συνάδελφος του δεν συμμορφώνεται με τον κανονισμό αναφέρεται στον πρόεδρο και ζητά από αυτόν να εφαρμόσει τον κανονισμό χωρίς όμως να δικαιούται να απευθύνει παρατηρήσεις απ' ευθείας προς τον συνάδελφό του.

ΑΡΘΡΟ 15

  1. Σύμβουλος που παραβαίνει τις διατάξεις του κανονισμού καλείται από τον πρόεδρο να ανακαλέσει οποιαδήποτε ανεπίτρεπτη ή ανάρμοστη συμπεριφορά του διαφορετικά ανακαλείται στην τάξη από αυτόν.
  2. Εάν ο ανακληθείς στην τάξη σύμβουλος συνεχίζει την ανεπίτρεπτη συμπεριφορά του καλείται από τον πρόεδρο να δώσει εξηγήσεις για τη συμπεριφορά του αυτή.
  3. Το συμβούλιο αποφασίζει με ανάταση αν βρίσκει επαρκείς τις εξηγήσεις.
  4. Αν ο σύμβουλος αρνηθεί να δικαιολογήσει ή αν το συμβούλιο κρίνει τη δικαιολογία ανεπαρκή, η ανάκληση στην τάξη γράφεται στα πρακτικά και δεν δίνεται σ' αυτόν πλέον ο λόγος μέχρι να λήξει η συζήτηση επί του θέματος στο οποίο προκλήθηκε η διατάραξη.
  5. Στην περίπτωση που η μομφή για παράβαση του κανονισμού αποδίδεται στον πρόεδρο πριν την έναρξη της διαδικασίας του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 13 του παρόντος κανονισμού.

 

ΑΡΘΡΟ 16: ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Όπου στον κανονισμό και στον νόμο δεν προβλέπεται διαφορετικά, οι αποφάσεις του συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων. Για να ληφθεί δηλαδή. απόφαση απαιτούνται θετικές ψήφοι ίσοι με το ήμισυ συν 1 των παρόντων.

Σε περίπτωση ισοψηφίας επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία, μετά δε νέα ισοψηφία η πρόταση απορρίπτεται. Διευκρινίζεται ότι ισοψηφία υπάρχει όταν οι θετικές ψήφοι είναι ίσοι με τις αρνητικές χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τυχόν αποχές ή λευκές ψήφοι.

ΑΡΘΡΟ 17: ΨΗΦΟΦΟΡΙΕΣ

 Όπου στον κανονισμό δεν ορίζεται διαφορετικά η ψηφοφορία διεξάγεται φανερά με ανάταση.

Αν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας με ανάταση αμφισβητηθεί είτε από τον πρόεδρο, είτε από κάποιο σύμβουλο επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία με ονομαστική κλήση.

Η ονομαστική κλήση γίνεται με την εκφώνηση του ονόματος κάθε Συμβούλου από τον γενικό Γραμματέα ο οποίος σημειώνει την παρουσία και την ψήφο καθενός.         Μυστική ψηφοφορία γίνεται υποχρεωτικά σε κάθε περίπτωση που σχετίζεται με αρχαιρεσίες, ζητήματα παροχής εμπιστοσύνης και απαλλαγής από ευθύνη καθώς και για προσωπικά θέματα ή όταν αποφασιστεί σχετικά το Δ.Σ.. Η μυστική ψηφοφορία διεξάγεται με ψηφοδέλτια από ομοιόμορφο χαρτί.

Μετά την απόφαση για ψηφοφορία επί κάποιου θέματος δεν επιτρέπεται καμία συζήτηση ούτε για δικαιολόγηση της ψήφου.

ΑΡΘΡΟ 18: ΠΡΑΚΤΙΚΑ

Ο γραμματέας του Συμβουλίου επιμελείται για την σύνταξη των πρακτικών.

Στα πρακτικά καταχωρούνται περιληπτικά οι συζητήσεις, οι προτάσεις και τοποθετήσεις των συμβούλων, οι αποφάσεις που λαμβάνονται και μετά από αίτηση μέλους οι μειοψηφούσες γνώμες.

Τα πρακτικά υπογράφονται από όλους τους παρόντες συμβούλους μετά την καθαρογραφή των.

Αποσπάσματα πρακτικών στα οποία αναγράφονται οι αποφάσεις του Δ.Σ. εκδίδονται με ευθύνη του προέδρου και του γενικού γραμματέα, είτε μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου και εφόσον δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του, είτε και προκειμένου να γνωστοποιηθούν προς τρίτους οι αποφάσεις του Δ.Σ. Αντίγραφα ή αποσπάσματα πρακτικών περιέχοντα τόσο τη συζήτηση όσο και την απόφαση επί κάποιου θέματος μπορούν να δοθούν σε κάθε μέλος του Συλλόγου μετά από σχετική αίτηση προς το Δ.Σ. και απόφαση του τελευταίου εφόσον τα ζητά για νόμιμη χρήση και έχει έννομο συμφέρον προς τούτο.

Υπογράφονται κατά την επόμενη συνεδρίαση.

ΑΡΘΡΟ 19: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

Ο παρών κανονισμός μπορεί να τροποποιηθεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, μετά από πρόταση του Δ.Σ..

ΑΡΘΡΟ 20

Η ισχύς του παρόντος κανονισμού αρχίζει από την ψήφισή του από το Γενική Συνέλευση.

 

Ηράκλειο στις 22 Μαρτίου 2001,

ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ